Πελοπόννησος | Κυπαρίσσι, Φωκιανό, Άστρος.

[19 – 21 Σεπτεμβρίου 2020]

Είναι αυτή η στιγμή που η ανάγκη σου για ένα ταξίδι οπουδήποτε σε κάνει να αναπολείς άλλα τέτοια ταξίδια που γίνανε ακριβώς λόγω αυτής της ανάγκης, κι ας μην υπήρχαν συνθήκες ιδανικές – ναι, το ξέρω ότι οι συνθήκες για ένα ταξίδι είναι πάντα ιδανικές, αλλά συνεχίζοντας το διάβασμα, θα καταλάβεις τι εννοώ.

Ήταν το τελευταίο σαββατοκύριακο του Σεπτεμβρίου, εκείνο που όλη την προηγούμενη εβδομάδα οι μετεωρολόγοι μιλούσαν για την πρωτοφανή καταιγίδα με το όνομα Ιανός, και που προφανώς δεν εννοούσαν την… καταιγίδα εκπτώσεων στο γνωστό βιβλιοπωλείο (κλισέ, αλλά δε μπορούσα να το αποφύγω). Εκείνο το πρωί του Σαββάτου λοιπόν, αποφασίζουμε να μπούμε στο αυτοκίνητο και να φύγουμε. Απλώς να φύγουμε. Χωρίς να έχουμε αποφασίσει ακριβώς τη διαδρομή, χωρίς να έχουμε κλείσει κάποιο δωμάτιο -θυμίζω ότι εκείνος ο Ιανός θα «χτυπούσε» στην Πελοπόννησο, τη Δυτική περισσότερο, αλλά και πάλι, την Πελοπόννησο, τον περιμένανε παντού. Θέλαμε απλώς να πάμε κάπου. Ε και θα πηγαίναμε και εμείς στην Πελοπόννησο. Είτε αυτό ήταν στο χωριό, το Άστρος και σε αγαπημένα γύρω μέρη, είτε ακόμα πιο κάτω. Οδηγώντας μέχρι την Κόρινθο, και με σχετικά καλό καιρό -σε σχέση με αυτά που περιμέναμε, ήμασταν ακόμα αναποφάσιστοι, αλλά μάλλον εκείνος ο κάπως καλός καιρός βοήθησε να πάρουμε την απόφαση: Φύγαμε για Κυπαρίσσι Λακωνίας!

Το πρώτο κύμα άγχους της διαδρομής εμφανίζεται, οδηγώντας ακόμα στην Εθνική, περνώντας από τη σήραγγα Αρτεμισίου, όπου ο καιρός αρχίζει να κλείνει για τα καλά, η βροχή δυναμώνει και αρχίζεις να πιστεύεις ότι τελικά, ναι, μάλλον η ΕΜΥ έπεσε μέσα. Ε και να φοβάσαι και λίγο. Από την άλλη, τόσες φορές έχεις περάσει από αυτό το σημείο, και πάντα ο καιρός είναι πιο κλειστός, πιο ζόρικος, εδώ. Το έχεις συνηθίσει. Οπότε συνεχίζεις.

Λίγο πιο κάτω ο καιρός ανοίγει κάπως ξανά, μέχρι και ένας δειλός ήλιος βγαίνει που και που, το χαμόγελο ανακούφισης εμφανίζεται ξανά, και η ένταση της μουσικής στο αυτοκίνητο δυναμώνει. Στάση για ανεφοδιασμό καφέ και σνακ και stretching και βγαίνουμε από την Εθνική μπαίνοντας στην τελική ευθεία του προορισμού μας.

Πόλεις και χωριά, ή οι πινακίδες τους, όπως Βρονταμάς, Σκούρα, Γκορίτσα, Γεράκι, Ζάρακος, Κρεμαστή, Λαμπόκαμπος, Πιστάματα, περνάνε από μπροστά μας κάτω από τον τελείως συννεφιασμένο καιρό πια, και ελαφριά βροχερό ανά διαστήματα, ώσπου φτάνουμε στον οικισμό Χάρακα. Τον τελευταίο, δηλαδή, οικισμό πριν φτάσουμε στον προορισμό μας. Και εκεί, ξαφνικά, πέφτει σιωπή, η μουσική χαμηλώνει, παίρνω και το τιμόνι αγκαλιά, και μια σκέψη πέρασε από το μυαλό ότι ίσως κακώς το ξεκινήσαμε τελικά αυτό το ταξίδι. Ευτυχώς, όμως, πέρασε και έφυγε γρήγορα γιατί, ως οδηγός που δεν έχει ξανατύχει σε τέτοιες συνθήκες οδήγησης, όλες οι σκέψεις (και τα μάτια) έπρεπε να είναι συγκεντρωμένα στον δρόμο και την καταιγίδα που είχε ξεσπάσει ανάμεσα από τις στροφές του ορεινού δρόμου που έπρεπε να κατέβουμε για να φτάσουμε στη θάλασσα, ενός δρόμου που τον έκαναν αρκετά εντυπωσιακό τα κόκκινα βράχια της περιοχής που τον περικλείανε και το βλέμμα σου έπεφτε κατευθείαν εκεί, αμέσως όμως γυρνούσε στον δρόμο για να αποφύγει πέτρες και βράχια και χώματα από τις κατολισθήσεις της καταιγίδας. Αγκαλιά το τιμόνι, λοιπόν, ξεφυσήματα, σύντομο βλέμμα στο gps και ερωτήσεις τύπου «πόσο έχουμε ακόμα;», «να σταματήσω κι εγώ στην άκρη;» και ανάσες, πολλές ανάσες. Η μεγαλύτερη από τις οποίες ήταν μόλις είδαμε από ψηλά το Κυπαρίσσι και τα γαλανά νερά του και κάπως νιώσαμε ότι είχαμε φτάσει ασφαλείς στον προορισμό μας και ότι πάει… πέρασε, όλα καλά τώρα.

Αφού φτάνουμε λοιπόν στον οικισμό, παρκάρουμε, παίρνουμε τις απαραίτητες ανάσες να ξεπεράσουμε αυτό που μόλις είχαμε ζήσει βγαίνουμε και κάνουμε μια βόλτα -το ψιλόβροχο που πέφτει δε μας νοιάζει καθόλου, μάλλον το χαιρόμαστε κιόλας- μόνο να κοιτάμε τη θάλασσα και το βουνό, το καλυμμένο από τα σύννεφα που μας θυμίζει που ήμασταν πριν από λίγο.

Επόμενος στόχος: Η διαμονή μας. Προφανώς και δεν είχαμε πολλές απαιτήσεις, στην τελική θα κοιμόμασταν στο αυτοκίνητο αν τίποτα δεν πήγαινε καλά, αλλά μετά από 2-3 τυχαία τηλέφωνα, ευτυχώς πέσαμε πάνω στο Ξενοδοχείο Παραλιακό και τις τόσο ευγενικές και χαμογελαστές ιδιοκτήτριες, το καταλάβαινες από το τηλέφωνο ακόμα, το όμορφο κτίριο και δωμάτιο που θα μας φιλοξενούσε για 1 νύχτα, αλλά και τις συμβουλές για την περιοχή που μας προσέφεραν. Όλα πάνε καλά λοιπόν μετά τη (σύντομη) περιπέτεια της διαδρομής.

Οι υπόλοιπες επιλογές, τέτοια εποχή στο Κυπαρίσσι ήταν περιορισμένες. Όμως, είναι τέτοια η περιοχή, και η εποχή, και οι ντόπιοι, που νομίζω όπου και να φας / πιεις θα είσαι ευχαριστημένος. Για φαγητό δοκιμάσαμε τις Πλοές, για καφέ τα πρωινά και μπύρα τα βράδια το cafe της Μαριτσέλας, και όλα ήταν όπως έπρεπε. Έτσι κι αλλιώς, εμείς απλώς περιμέναμε το πρωί της επόμενης μέρας όπου η καταιγίδα θα έχει περάσει και η ήλιος θα έχει βγει ξανά δυνατός, και καθόλου δειλός. Έτσι, δηλαδή:

Και ως γνωστόν, οι παραθαλάσσιες πεζοπορίες μετά την καταιγίδα είναι οι ομορφότερες πεζοπορίες. Και η συγκεκριμένη περιοχή έχει να σου προσφέρει πολλές τέτοιες επιλογές μονοπατιών, αλλά και αναρριχήσεων. Μια εύκολη πεζοπορία, σχεδόν μισής ώρας, παραθαλάσσια, και ούτε 2km διαλέξαμε για αυτήν την όμορφη μέρα που ξεκίνησε προς το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου. Και μετά βουτιές, κρύες βουτιές, στον κόλπο του οικισμού.

Κάποια στιγμή, όσο κι αν δε θέλαμε να χάσουμε τη θέα από αυτή τη θάλασσα, είπαμε να συνεχίσουμε τον δρόμο μας. Ο τελικός προορισμός ήταν το Άστρος, αλλά ίσως κάναμε και μια στάση στο Φωκιανό. Μια παραλία πολυσύχναστη το καλοκαίρι -όταν δεν είναι, όμως, κάποιοι λένε (εγώ!) ότι είναι η ομορφότερη παραλία της Πελοποννήσου. Ε και πήγαμε. Και σταματήσαμε. Και βουτήξαμε (ξανά!) -κι ας ήταν τέλη Σεπτεμβρίου, μια μέρα μετά την ασυνήθιστη καταιγίδα του Ιανού, και ο κόσμος ελάχιστος. Και το απολαύσαμε.

Το μεσημέρι (και η ώρα του φαγητού) μάς έχει βρει πια στο Λεωνίδιο και η ταβέρνα Μουριά (Μπουχτούρης) που εκείνη την ώρα ήταν το πιο ζωντανό μέρος του Λεωνιδίου φάνταζε ιδανική. Και ήταν. Αλλά και η συνέχεια με μια βόλτα στο άδειο -ώρα του κυριακάτικου μεσημεριανού ύπνου- Λεωνίδιο, για ακόμη μια φορά που επισκεπτόμαστε την πόλη, ήταν επίσης ιδανική.

Φτάνοντας, λοιπόν στο Άστρος πια, και με τη Δευτέρα, μέρα off από τη δουλειά, η καταιγίδα έχει πια ξεχαστεί, και οι μέρες είναι ακριβώς αυτό που έχουμε στο μυαλό μας όταν η (επίσης) κλισέ φράση «ηρεμία μετά την καταιγίδα» ακούγεται είτε μεταφορικά είτε (σε αυτήν την περίπτωση) κυριολεκτικά. Όπως ελπίζουμε, δηλαδή, ότι θα είναι και τα ταξίδια που θα κάνουμε ξανά μετά από αυτήν την… καταιγίδα covid που ζούμε έναν χρόνο τώρα. Με περισσότερα λαχτάρα, πάθος, θα ζούμε την κάθε στιγμή τους, και θα κάνουμε περισσότερα τέτοια, «μικρά» ταξίδια, μόνο και μόνο για την αλλαγή παραστάσεων και συναισθημάτων.

ΥΓ: Το παραπάνω blogpost διαβάζεται καλύτερα με αυτό από πίσω, γιατί αυτό ήταν και το τελευταίο τραγούδι που ακούστηκε πριν χαμηλώσει η ένταση της μουσικής, εκείνη ακριβώς την ώρα που έπεφτε η καταιγίδα στον Χάρακα, και είχα αγκαλιά το τιμόνι, ενώ όλο το υπόλοιπο διήμερο το τραγούδι είχε παραφραστεί σε «Σαν δυο δραπέτες στο ασπρόμαυρο Κυ-Παρί(σ)σι«.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s